NewΝέα - Ανακοινώσεις

Η επένδυση στον συνεργατισμό είναι επένδυση στο μέλλον.

Εκτιμώμενος χρόνος ανάγνωσης: 1'
Συντάχθηκε από: Απόστολος Μπόκας | 31 07 2026

Σημαντικό σκέλος των σκοπών του Ιδρύματος Βασιλείου Τσίγκου αποτελεί ο συνεργατισμός. Όπως δηλώνεται άλλωστε από την πρώτη στιγμή, το ίδρυμα δημιουργήθηκε για να υλοποιήσει και να ενισχύσει δράσεις στους τομείς της Εκπαίδευσης, της Έρευνας και του Συνεργατισμού.

Ο συνεργατισμός όμως είναι ο πιο δύσκολος προς υπηρέτηση στόχος, σε σύγκριση με τους άλλους δύο, αλλά και με κάθε άλλο εγχείρημα που άπτεται της ανθρώπινης δραστηριότητας. Συνοπτικά η κύρια δυσκολία έγκειται στο ότι ο συνεργατισμός προϋποθέτει να προϋπάρχει παιδεία, να έχει προηγηθεί έρευνα, να είναι σε θέση δύο ή και περισσότεροι διαφορετικοί άνθρωποι να αντιληφθούν τα πλεονεκτήματα ώστε να συμβιβαστούν με τα μειονεκτήματα, να κατανοήσουν το όφελος για να καταβάλουν το κόστος, ένα κόστος που τελικά δεν είναι τίποτα περισσότερο από την απελευθέρωση του ατόμου από τον εγωισμό του.

Ο συνεργατισμός έχει μια επιπλέον δυσκολία στην Ελλάδα, λόγω της ιστορίας της κατάρρευσης των συνεταιρισμών. Οι συνεταιρισμοί στην Ελλάδα ξεκίνησαν ως μια ανάγκη παραγωγικών ομάδων να βελτιώσουν τη θέση τους έναντι ισχυρών οικονομικών συμφερόντων που είχαν το ελεύθερο να ρυθμίσουν απόλυτα την αγορά. Το άθροισμα πολλών μικρών δυνάμεων, αποδείχθηκε πολλαπλασιαστής διαπραγματευτικής ισχύος, ικανό όχι απλώς να αλλάξει το ειδικό βάρος σε σχέσεις οικονομικών συναλλαγών μεταξύ ισχυρών και αδύναμων, αλλά να προκαλέσει τη γέννηση πολλών μορφών υγιούς ανταγωνισμού που ευνόησαν το ατομικό και συλλογικό συμφέρον των συμμετεχόντων στους συνεταιρισμούς αλλά και το δημόσιο συμφέρον υπό στενή και ευρεία έννοια.

Οι στρεβλώσεις που αναπτύχθηκαν στη συνέχεια, κυρίως οι πολλές περιπτώσεις οικονομικής ή πολιτικής διασπάθισης και διαφθοράς από ανθρώπους που είχαν την ευθύνη διαχείρισης, λειτούργησαν διαβρωτικά όχι απλώς για τους συνεταιρισμούς αλλά και για την ίδια την ιδέα του συνεργατισμού. Η συντριπτική πλειοψηφία μάλιστα όσων θα είχαν πολλά να κερδίσουν συμμετέχοντας σε ένα συνεταιρισμό δεν είναι απλώς επιφυλακτικοί αλλά είναι εχθρικοί στην ιδέα καθώς έχουν την βεβαιότητα ότι άλλοι τελικά θα βρεθούν κερδισμένοι από τη δική τους συμμετοχή και οι ίδιοι κάποια στιγμή θα αναγκαστούν να απολογούνται για πράξεις τρίτων.

Η αποστροφή αυτή αν και εξηγείται από την ιστορική εμπειρία, δεν παύει να είναι ξένη προς την ανθρώπινη εμπειρία. Σε έναν κόσμο που προσεγγίζει όλο και περισσότερο τους νόμους της ζούγκλας σε γεωπολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, είναι σαφές ότι αν δεν αναπτυχθούν αντίρροπες δυνάμεις θα επικρατεί πάντα και έναντι όλων το δίκαιο του ισχυρότερου. Οι πολλοί περισσότεροι μεμονωμένοι άνθρωποι, ομάδες συμφερόντων, περιφέρειες, κράτη, ενώσεις κρατών, θα αναγκάζονται να αποδέχονται τους όρους του ισχυρότερου, δεν θα διαπραγματεύονται πραγματικά.

Ο συνεργατισμός όμως ήταν και παραμένει θεμέλιο και προϋπόθεση για την επιβίωση, την εξέλιξη – πρόοδο αλλά και την δικαιοσύνη. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι σε όλους τους πολιτισμούς από την αρχαιότητα υπάρχουν μύθοι, ιστορίες, παραμύθια που προωθούν την έννοια της ισχύος των πολλών έναντι της δύναμης του ενός. Αν και η έννοια της επικράτησης των πολλών έναντι ενός ισχυρότερου δεν είναι ακριβής για να αποδώσει τα οφέλη και τα πλεονεκτήματα του συνεργατισμού καθώς είναι μια απλοϊκή προσέγγιση, είναι αρκετή για να αποδείξει στον καθένα ότι αξίζει την προσπάθεια.

Το ερώτημα είναι γιατί η απλοϊκή έστω αυτή προσέγγιση, του πολλαπλασιασμού δύναμης, αποδεικνύεται ανεπαρκής ώστε να ωθήσει ομοειδείς ή και μη οντότητες να συνεργαστούν. Το πρόσθετο αντεστραμμένο ερώτημα είναι ποιος ωφελείται από τη περιχαράκωση μικρών δυνάμεων δυναμιτίζοντας μάλιστα κάθε απόπειρα συνεργατισμού σε πρώιμο στάδιο; Το τελικό βέβαια ερώτημα, που πλέον μπορεί να απαντηθεί σχετικά εμπειρικά, είναι το αποτέλεσμα της έλλειψης συνεργατισμού που δεν είναι άλλο από τη συγκέντρωση όλο και περισσότερων οικονομικών δραστηριοτήτων αλλά και πλούτου στα χέρια λίγων.

Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, με δημογραφικό πρόβλημα που καταδικάζει το μεγαλύτερο μέρος της επικράτειας σε γήρανση και σταδιακή ερήμωση, είναι σαφές ότι απαιτούνται ρήξεις με την έννοια της ατομικής επιτυχίας σε βάρος της συλλογικής ευημερίας. Απαιτείται η συνεργασία όλων των δυνάμεων μιας τοπικής κοινωνίας, όχι απλώς των λεγόμενων παραγωγικών δυνάμεων, για να συνδυαστούν εμπειρίες και γνώσεις, να αναγεννηθούν δραστηριότητες, να αποκτήσουν και πάλι ζωή ξεχασμένες κοινότητες, να δημιουργηθούν νέες δυναμικές και νέες προοπτικές.

Η ρήξη με την πραγματικότητα που ζούμε βρίσκεται στη διαμόρφωση των όρων για νέες συνέργειες.  Οι σύγχρονοι συνεταιρισμοί που οφείλουμε ως κοινωνία να επιδιώξουμε δεν χρειάζεται να εμπλακούν στη ατέρμονη συζήτηση περί χρησιμότητάς ή όχι της συνεργατικής πρακτικής, περί της κατανομής των οφελών και επιμερισμού του κόστους, περί σχημάτων διοίκησης και ελέγχου νομιμότητας. Δεν χρειάζεται καν να αφορούν ένα προϊόν ή έναν κλάδο, δεν χρειάζεται να περιορίζονται ούτε να αναπτύσσονται γεωγραφικά κατά τρόπους που θα θέτουν όρια ανάπτυξης ή θα καθιστούν αδύνατη την πραγματική επικοινωνία και συνεργασία των μελών του.

Το μόνο που χρειάζεται για να λειτουργήσει και να αποδώσει ένας συνεταιρισμός είναι να συμφωνηθούν οι σκοποί και οι επιδιώξεις κατά τρόπο που να ανταποκρίνονται στο σύνολο των μελών του. Ο σκοπός λοιπόν είναι να συνεργαστούν όσο το δυνατόν ευρύτερες δυνάμεις για να παράγουν ένα οικονομικό ή ένα κοινωνικό αποτέλεσμα που τόσο οι συμμετέχοντες όσο και άμεσα ενδιαφερόμενοι τρίτοι (εν δυνάμει μελλοντικά μέλη) θα μπορούν να αντιληφθούν άμεσα.

Το ζητούμενο δεν είναι να συνασπιστούν  όλοι όσοι δραστηριοποιούνται σε μια συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα, αλλά να μπορούν να συνεργαστούν διαφοροποιημένες δραστηριότητες, να συνδυαστούν γνώσεις και εμπειρίες, να προκύψουν οικονομίες κλίμακας στην ανάπτυξη νέων εγχειρημάτων ή στην βελτίωση υπαρχόντων, να αξιοποιηθούν οι επιστημονικές γνώσεις και οι ειδικοί επαγγελματίες σε ευρεία πεδία δραστηριοτήτων.

Το πρωταρχικό πεδίο συνάντησης δεν μπορεί παρά να είναι ο τόπος. Οι άνθρωποι και οι επαγγελματίες μιας τοπικής οικονομίας δεν χρειάζεται να ανταγωνίζονται μεταξύ τους όπως γίνεται σήμερα διαμορφώνοντας τελικά τους όρους αλληλοεξόντωσης. Χρειάζεται να αναπτύξουν αρχικά μια διαλεκτική που θα καθορίσει τους όρους επιβίωσης απέναντι σε ένα οικονομικό σύστημα που προωθεί τη απόλυτη συγκέντρωση των οικονομικών δραστηριοτήτων σε υπερτοπικά κέντρα.

Το ερώτημα δηλαδή που πρέπει να απασχολεί τις τοπικές κοινωνίες είναι ποιες συνέργειες θα ευνοήσουν τον τόπο, ποιοι ανταγωνισμοί μπορούν να αμβλυνθούν σε τοπικό συναγωνισμό, πώς μπορούν να συνδυαστούν διαφορετικοί άνθρωποι και διαφορετικές δραστηριότητες με στόχο την τοπική ευημερία.

Οι απαντήσεις δεν βρίσκονται σε άλλους τόπους που αντιμετώπισαν παρόμοια προβλήματα και δεν θα προκύψουν ως αντιγραφή πετυχημένων ή μη υποδειγμάτων με τις κατάλληλες προσαρμογές. Οι απαντήσεις βρίσκονται μεταξύ των ανθρώπων που ζουν στην ίδια περιοχή και θα προκύψουν όταν συζητήσουν και ανταλλάξουν ιδέες, προβληματισμούς κατανοώντας ο ένας την οπτική του άλλου.

Οι απαντήσεις τέλος δεν αφορούν απλώς και μόνο τις παραγωγικές δυνάμεις ενός τόπου αλλά το σύνολο της κοινωνίας.

Ο νέος συνεργατισμός, οι νέοι συνεταιρισμοί, η προοπτική που χρειάζεται η χώρα μας και κάθε περιοχή ξεχωριστά είναι η συνεργασία και η δέσμευση σε ένα κοινό σκοπό, σε ένα συλλογικό στόχο, να διατηρήσουμε το δικαίωμα να μείνουμε στον τόπο μας, να διεκδικήσουμε την ευημερία του τόπου μας και των ανθρώπων του.

Οι νέοι συνεταιρισμοί, οι νέες συνέργειες, το νέο κίνημα των ανθρώπων κυοφορείται σε όλο και περισσότερους. Είναι χρέος μας να συνδράμουμε όπως μπορούμε στη γέννησή του.  

Photo by Randy Fath on Unsplash