Βασίλης Τσίγκος

Ο Βασίλης “Μπουράτσης” Τσίγκος γεννήθηκε στον Ασπρόπυργο Αττικής – που τότε ονομάζοταν “Καλύβια Χασιάς – το 1899. Ήταν αγρότης και κτηνοτρόφος. Διακρίθηκε στην Εθνική Αντίσταση ως κορυφαίο στέλεχος του ΕΑΜ με το ψευδώνυμο ‘Θρίας’ ενώ υπήρξε μέχρι το τέλος της ζωής του αφοσιωμένος κομμουνιστής από τις γραμμές του ΚΚΕ.

Στις δεκαετίες του 1930 και 1940 συμμετείχε ενεργά στο συνεταιριστικό κίνημα συνεισφέροντας σημαντικά στη δημιουργία του “Συνεταιρισμού Αγελαδοτρόφων Ασπροπύργου”, ο οποίος αργότερα εξελίχθηκε στη συνεταιριστική βιομηχανία γάλακτος “ΑΣΠΡΟ” με κυρίαρχη θέση στην εγχώρια αγορά για περισσότερο από είκοσι χρόνια.

Το μεταπολεμικό καθεστώς της χώρας δεν συγχώρησε την πατριωτική δράση του Βασίλη Τσίγκου. Στη βάση εμφανώς κατασκευασμένων κατηγοριών καταδικάστηκε σε θάνατο το 1948, μαζί με χιλιάδες άλλους αγωνιστές. Έμεινε στη φυλακή για δεκαπέντε συναπτά έτη, αποφυλακιζόμενος το 1963 με βαριά κλονισμένη υγεία.

Το ξημέρωμα της 21ης Απριλίου 1967, σε μια πρωτόγνωρα βάρβαρη κίνηση ακόμα και για τα δικά της δεδομένα, η χούντα των συνταγματαρχών συνέλαβε τον Βασίλη Τσίγκο και τον οδήγησε στην εξορία της Γυάρου, στην κυριολεξία με το φορείο. Έμεινε εκεί για περίπου ένα έτος, αποφυλακιζόμενος με ανήκεστο βλάβη για να αποβιώσει τελικά στο σπίτι του στις 23 Μαιου 1968.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1920 ο Βασίλης Τσίγκος παντρεύτηκε τη Μαργαρίτα Τσεβά. Απέκτησαν πέντε παιδιά, τον Δημήτρη, τον Γιώργο, τον Νίκο, τον Βαγγέλη και τη Μαρία.

Ο πρωτότοκος Δημήτρης, αντάρτης στον ΕΛΑΣ από το καλοκαίρι του 1943 με το ψευδώνυμο “Ψηλορείτης”, δολοφονήθηκε από ελληνόφωνους ναζί στις 25-7-1944 σε ηλικία μόλις 17 ετών. Παρόμοια τύχη είχε και ο κουνιάδος του, Γιάννης Τσεβάς, που δολοφονήθηκε το 1946, ενώ ο Γιώργος, ο Νίκος και ο Βαγγέλης, γνώρισαν τους τόπους εξορίας σε Μακρόνησο, Άη Στράτη και Λέρο αντίστοιχα.

Η πυρπόληση του σπιτιού του από παρακρατικούς το 1946 φαντάζει το μικρότερό από τα δεινά που βρήκαν τον Βασίλη Τσίγκο και την οικογένειά του.

Στο βιβλίου του Σπύρου Μηλά “‘Ομηροι της Χούντας” περιγράφεται ένας διάλογος του Βασίλη Τσίγκου, του “Μπαρμπα-Βασίλη” για τους συγκρατούμενούς του, με έναν ανθρωποφύλακα που του ζητούσε να υπογράψει δήλωση μετανοίας. Η απάντησή του δεν επιδεχόταν καμία αμφισβήτηση:

“Δεν υπογράφω γιατί ξέρω πως έτσι θα είναι υπερήφανα για εμένα τα παιδιά και τα εγγόνια μου”.

Ο μπαρμπα-Βασίλης είχε δίκιο. Η υπερηφάνια αυτή είναι η κινητήρια δύναμη πίσω από το Ίδρυμα Βασιλείου Τσίγκου που στοχεύει να δώσει σάρκα και οστά στο όραμα του ανθρώπου αυτού τον 21ο αιώνα.

Όσοι τον γνώρισαν τον Βασίλη Τσίγκο μιλούν για έναν άνθρωπο πράο, μετριοπαθή μα αποφασισμένο, που έδινε μεγάλη σημασία στην εκπαίδευση και τη μόρφωση της νεολαίας καθώς και στον πολιτισμό.

Το Ίδρυμα Βασιλείου Τσίγκου ιδρύθηκε για να τιμήσει την μνήμη του ανθρώπου αυτού και, κυρίως, στο πρόσωπό του να αναγνωρίσει και να τιμήσει τους χιλιάδες αγωνιστές που έδωσαν τη ζωή τους για να ζήσουμε σε μια πιο δίκαιη κοινωνία δίχως να ζητήσουν κάποιο υλικό αντάλλαγμα. Άνθρωποι – πρότυπα, που συχνά έχουν βυθιστεί στη λήθη, η πραγμάτωση των οραμάτων των οποίων θα οδηγήσει σε μια καλύτερη κοινωνία.

Ο Βασίλης Τσίγκος στη Γυάρο, 1967-68.
Σκίτσο του Γιώργη Φαρσακίδη.